- Τα Ποτάμια μας: μυθολογία, λαϊκή παράδοση, τέχνη....

Κατά την ελληνική μυθολογία, η ένωση της Τηθύος ( κόρη του Ουρανού και της Γαίας), με τον αδελφό της Ωκεανό δημιούργησε τρεις χιλιάδες ποταμούς, ισάριθμες θεότητες, τις Ωκεανίδες, αλλά και τρεις χιλιάδες νύμφες, όπως αναφέρει ο ποιητής της Θεογονίας Ησίοδος (αρχαίος ποιητής από την ’Ασκρη της Βοιωτίας που έζησε γύρω στο 700 ή 800 π.Χ. ). Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι κάθε ποταμός είναι αέναος, αλλά και είναι θείος. Είναι και θεός που λατρευόταν με ιερά και βωμούς. Επίσης, θεωρούνταν οι ’Μη διασχίζετε ποτέ τα νερά των ποταμών με το αιώνιό τους ρέμα, πριν να πείτε μια προσευχή, με τα μάτια προσηλωμένα στα εξαίσιά τους νάματα, πριν να βρέξετε τα χέρια σας στο ευχάριστό τους και καθάριο νερό’’.
πρωταρχικοί βασιλιάδες των περιοχών που διαβρέχουν. Αλλά, και πατέρες των ανθρώπινων φυλών που μεγάλωσαν κι απλωθήκανε στις όχθες τους. Μ’ αυτήν ακριβώς την έννοια απέδιδαν τιμές στον Ίναχο στο Άργος, στον Ασωπό και στον Κηφισό στη ΑττικοΒοιωτία, στον Πηνειό στη Θεσσαλία και σε αλλού. Θεωρούσαν τους ποταμούς σαν τους ‘’τροφοδότες πατέρες της νιότης’’ και στα νερά τους βρίσκανε μια δύναμη κάθαρσης, ανάλογης με εκείνη που αναζητήσουν επισκεπτόμενοι τα ιερά του Απόλλωνα. ....(για τη συνέχεια)

- Για την Παραλία και τον Αιγιαλό

Οι δύο συνιστώσες του παράκτιου χώρου, η Παραλία και ο Αιγιαλός είναι δύο διαφορετικές φυσιογραφικές και όχι μόνο έννοιες. Ωστόσο, ανέκαθεν αποτελούσαν πόλο έλξης και ευκαιριών πολλών δραστηριοτήτων, αλλά και πλατύ πεδίο οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Επομένως, ο χώρος αυτός είναι ευάλωτος σε παράνομες παρεμβάσεις, καταπατήσεις, επεμβάσεις και χαριστικές διοικητικές πράξεις. Συγχρόνως όμως, ο χώρος αυτός είναι πλούσιος φυσικός πόρος, δηλαδή προσφέρει αγαθά και υπηρεσίες στον άνθρωπο, αλλά και περικλείει από οικολογική άποψη, τα παραγωγικότερα οικοσυστήματα. Από επιστημονική άποψη, εκεί όπου η θάλασσα συναντά τη χέρσο, οριοθετείται η ακτή, ενώ η μεταβατική ζώνη που περιοδικά καλύπτεται ή αποκαλύπτεται από τα νερά αποτελεί την παράκτια περιοχή. Εξάλλου, δεν υπάρχει ενιαίος ορισμός, για το τι είναι παράκτια περιοχή. Έτσι, όταν μελετώνται οι χρήσεις γης ορίζεται επιστημονικά, ως παράκτια περιοχή ζώνη πλάτους 100 μέτρων στη χέρσο που οροθετείται από τη θάλασσα. Όταν μελετώνται οι υποδομές και οι δραστηριότητες που συνδέονται με τη θάλασσα ως παράκτια περιοχή λογίζεται η απόσταση και μέχρι 5 χιλιόμετρα προς το εσωτερικό από την ακτή. Σε περιπτώσεις περιγραφής τοπικών παράκτιων φαινομένων και λειτουργιών, ως παράκτια περιοχή θεωρείται η ζώνη της θάλασσας από την περιοχή της κυματωγής, εκεί δηλαδή που σπάει το κύμα, μέχρι το βάθος των 10 μέτρων μέσα στη θάλασσα.....(για τη συνέχεια)

- Κηφισός, Ιλισός, Ηριδανός: το υδρογραφικό τους δίκτυο, χθες και σήμερα



 
(Κηφισός, Ιλισός, Ηριδανός και άλλα ρέματα του λεκανοπεδίου,
από http://www.greekscapes.gr/index.php/2010-01-21-16-47-29/enot/232-marathonas.html)

Με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και ειδικότερα, με την επιλογή της Αθήνας ως πρωτεύουσας, το πρόσωπο της Αττικής μεταβλήθηκε ταχύτατα, τόσο που σήμερα δεν αναγνωρίζεται και οι διαδρομές των ρεμάτων δεν διακρίνονται, ούτε βέβαια μπορούν να τις ακολουθήσουν οι ενδιαφερόμενοι. Το μεγαλύτερο μέρος χειμάρρων και ρεμάτων καταπατήθηκε και αλλοιώθηκε, κατά τη διάρκεια ανοικοδόμησης της πόλης και έτσι,το υδρογραφικό δίκτυο της Αττικής καταστράφηκε σε πολύ μεγάλο μέρος. Πολλά ρέματα χρησιμοποιήθηκαν ως ανοικτοί υπόνομοι, καθώς οι γρήγοροι ρυθμοί αστικοποίησης δεν επέτρεψαν την έγκαιρη κατασκευή αποχετευτικού δικτύου, ενώ απουσίαζε κάθε μελλοντικός σχεδιασμός με όραμα και προοπτική. 
Από αρχαιοτάτων χρόνων, η ευνοϊκή μορφολογία του εδάφους στο λεκανοπέδιο των Αθηνών και οι φυσικές πηγές νερού συνέβαλαν στο σχηματισμό ενός μεγάλου αριθμού ρεμάτων, από τα οποία σήμερα μπορούν να εντοπιστούν περίπου 70 από τα 700 που υπήρχαν στην αρχαία Αθήνα. Τότε, το εύφορο έδαφος κοντά στα ρέματα και στους χειμάρρους, προσέλκυσε την εγκατάσταση οικισμών και ανθρώπινων δραστηριοτήτων. .....(για τη συνέχεια)